Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Ερωτικές Ιστορίες: Η ωραία υπερβολή


Nα τον αναζητάς. Να τον ελκύεις, να τον θες στη ζωή σου. Στην πραγματική ζωή σου, όχι τη διαδικτυακή. Όχι στα λάικ τα μοντέρνα, αλλά στα παλιά, τα παραδοσιακά, τα πρόσωπο με πρόσωπο "μου αρέσεις" και "θέλω να σε γνωρίσω", που δεν θα εξισωθούν ποτέ με τα διαδικτυακά. Που δεν πρέπει να εξισωθούν. Να απομακρύνεις τα φοβισμένα και τα διστακτικά σχόλια, αυτά που θέλουν πολύ σκέψη πριν γίνουν λέξεις, να απομακρύνεις όσα γίνονται μέσα από μία οθόνη που σου δίνει την ευκαιρία να κρυφτείς, να επεξεργαστείς, να μην πάρεις την ευθύνη. Να την αναζητάς την ευθύνη. 

Την είχε ήδη δει κι εκείνος. Περισσότερες από μία φορές. Την είχε δει να γελάει και να πίνει το παγωμένο ποτό της, χειμώνα. Την είχε δει να χορεύει r'n'b μουσικές και να χασμουριέται σε μερικά πιο ηλεκτρονικά ακούσματα. Δεν ήθελε να αφήσει χρόνο να περάσει χωρίς να της μιλήσει, χωρίς να μιλήσουν, αλλά αυτά έχουν οι μοντέρνοι καιροί, είναι όλα εύκολα -και δύσκολα ταυτόχρονα-, έχουν όλα ξαναγίνει και ξαναειπωθεί, είναι απλά -και περίπλοκα. Πώς γίνεται μια συνάντηση διαφορετική; Πώς γίνεται ραντεβού μια έξοδος; Πώς μια φιλική κουβέντα αποκτά άλλο νόημα, προτού γίνει βαρετή, αλλά και χωρίς να φανεί φτηνή; Κι αν δεν υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας ποια είναι τα δείγματα ότι κάτι γεννιέται; 

Να τον αναζητάς. Να μην ακούς όσους σου λένε το αντίθετο -"Θα έρθει όταν θα πάψεις να τον αναζητάς" -είναι αφελείς. Να μη φοβάσαι, να ρισκάρεις. Να μην χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους, κι ας σε χτυπούν εκεί που δεν το περιμένεις ή εκεί που πονάς περισσότερο. Να μη χάνεις το αυθόρμητο χαμόγελό σου, είναι τόσο ωραίο, την αλήθεια σου και τη σπιρτάδα στο βλέμμα σου. Ρουτινιάζουν ακόμη και τα μάτια μας αν τα αφήσουμε. Μιζεριάζει ακόμη και η χροιά της φωνής μας αν την αφήσουμε. Μην τα αφήσεις. Χόρεψε, τραγούδα, άνοιξε την πόρτα στη ζωή, κλείσε τα αυτιά σου στη ζήλια και την υπόδειξη, μην αφήνεις να σου κουνούν το δάχτυλο οι βολεμένοι ή οι παραιτημένοι. Μην παραιτείσαι από το παιχνίδι. Να το αναζητάς το παιχνίδι. 

Έχεις πολύ ωραία μύτη, της είπε, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Κι εκείνη γέλασε δυνατά, γιατί ήξερε ότι η μύτη της δεν ήταν το πιο δυνατό της σημείο. Και χάρηκε στη συνειδητοποίηση ότι δεν έχουν όλα ξαναειπωθεί και ξαναγίνει, γιατί κάθε φορά, κάθε συνάντηση είναι άλλη. Είναι μία άλλη συνάντηση. Και η δική του στραβή μύτη ήταν ωραία. Και η άχαρη κίνηση που έκανε κάθε λίγα λεπτά να πειράζει τα μαλλιά του και να τα σπρώχνει προς τα πίσω, κι αυτή ωραία ήταν. Και η υπερβολή με την οποία μιλούσε άγγιζε τα όρια της ωραίας υπερβολής, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, γιατί αν δεν υπάρχει, τότε μόλις τη δημιούργησαν. Την ωραία υπερβολή. Κι εκείνη υπερβολική πάντα, στις κινήσεις και στον τρόπο της, υπερβολικά δυναμική, υπερβολικά άνετη. Έχεις πολύ ενδιαφέρον. Θέλω να σε γνωρίσω, της είπε.

Να τον αναζητάς. Να τον αναζητάς γιατί αν δεν αναζητάς αυτόν, τότε τι υπάρχει που έχει νόημα να αναζητήσεις στη ζωή; Ποιος είναι ο πλούτος που θα κάνει τα μάτια σου και τη χροιά σου να ζωντανέψουν; Ποιος άλλος μπορεί να σε κάνει να χορεύεις και να τραγουδάς ακόμη και χωρίς μουσική; Ποιο παιχνίδι έχει τόσο ενδιαφέρον και είναι τόσο διαφορετικό και πρωτόγνωρο σε κάθε παρτίδα; Ποια ευθύνη αξίζει να πάρεις αν όχι τη δική του; Την ευθύνη να τον προσέξεις, να τον κρατήσεις, να τον εξελίξεις, να τον κάνεις δικό σου, να τον φροντίσεις. Ποιος άλλος έχει την ικανότητα να μεταμορφώνεται και να γίνεται αγάπη και συντροφιά και πάθος και αγωνία; 

Να, πώς καταλαβαίνεις ότι κάτι γεννιέται. Όταν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν γεννιέται τίποτα, ότι δεν υπάρχει τίποτα, ότι είναι άλλος ένας και άλλη μία όπως ήταν όλοι οι άλλοι, αλλά δεν σε πείθεις. Όταν σου αρέσει η ατέλειά του και του αρέσει η δική σου. Όταν θέλεις να τον γνωρίσεις και να σε γνωρίσει, γιατί η ώρα που περάσατε μαζί φάνηκε να κύλησε με την ταχύτητα ενός λεπτού. Όταν δεν υπάρχουν απαντήσεις. Όταν δεν καταλαβαίνεις γιατί σου αρέσει και γιατί δεν στρέφεις το βλέμμα σου αλλού. 

Να τον αναζητάς. 
Να τον αναζητάς τον έρωτα. 

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Eρωτικές Ιστορίες: Ήθελα καιρό να στο πω


Ξέρεις; Ήθελα καιρό να στο πω...

Τίποτα δεν ήταν εύκολο, είπες. Ήταν όμως αληθινό, αυθόρμητο. Τουλάχιστον από πλευράς μου, ξεκίνησε και συνεχίστηκε αβίαστα. Με ειλικρίνεια κι επιθυμία, καθαρά. Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα, τυχαία, τόσο τυχαία που ήμουν σίγουρη ότι ήταν καρμικό. Κι ας ήξερα ότι σύντομα θα ήσουν και θα ήμουν αλλού, τι σημασία είχε, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι -δεν γίνεται να μην αγαπιούνται, δεν γίνεται αν δεν αγαπιούνται. Σου άρεσε που δεν ήμουν αυτό που φαινόμουν ή που πρόδιδε η πρώτη εντύπωση. Σου άρεσε που ήμουν έξυπνη -αρκεί να ήμουν τόσο όσο δεν θα δημιουργούσα προβλήματα και δεν θα αναζητούσα αναλύσεις αργότερα. Σου άρεσε που είχα εμπειρίες στη ζωή, που τη ζούσα -αρκεί να μην έκανες δεύτερες σκέψεις, να μη ζήλευες, να μη γίνονταν αυτές οι εμπειρίες η αφορμή να δεις δικές σου ανασφάλειες. Με ήθελες τόσο... όσο. Τόσο έξυπνη, όσο είχε πλάκα και γοητεία. Τόσο έμπειρη, όσο εξυπηρετούσε την επαφή και επικοινωνία μας. Τόσο ειλικρινή και ευθύ, όσο τα όσα έλεγα δεν αφορουσαν εσένα και τη στάση σου. Δεν τα είχα δει πριν μας χωρίσει η απόσταση.

Ήσουν τέλειος. Μου άρεσε το γέλιο, το μυαλό, η αγριάδα σου -ακόμη και οι μουσικές σου. Το χιούμορ σου, η ματιά σου. Δεν αισθανόμουν ελλειπής κι ας έλειπες. Ούτε στερημένη κι ας στερούμουν επαφής. Κι όταν ζητούσα κάτι παραπάνω ή ήθελα να επικοινωνούμε περισσότερο, δεν με πείραζε τόσο που αντιδρούσες επιθετικά, δεν με θύμωνε τόσο που μου έλεγες "έτσι είμαι κι αν σ'αρέσει κοριτσάκι μου", κι ας μη μ' αρεσε, κι ας μην ήμουν κοριτσάκι. Και μείωσα για λίγο την απόσταση κι ήρθαμε κοντά και ξαναείδα και ξαναένιωσα όσα η απόσταση έκρυβε. Και σκέφτηκα, εκεί, σε μια δύσκολη καθημερινότητα, σε λίγες στιγμές μουσικής κι αγκαλιάς, σε έναν μικρό, δανεικό χώρο, σε προσωρινά δικά μας ποτήρια και καθίσματα και ολοδικές μας κουβέντες νυχτερινές, εκεί ένιωσα ότι είσαι αυτός που έψαχνα πάντα. Κι όμως. Πριν φύγω, θύμωσες, έγινες επιθετικός, σαν να έφταιγα, σαν να ήσουν σίγουρος ότι αυτό ήταν ηταν μια φούσκα που θα έσκαγε και σύντομα θα ήμουν σ' άλλη αγκαλιά. 

Όντως η φούσκα έσκασε, και λυπάμαι που στο λέω, αλλά εσύ την έσκασες, με επιθέσεις και ειρωνείες, παρερμηνείες σου, σκέψεις με αρνητικό πρόσιμο, δεν είχες διάθεση να μιλήσεις, μόνο να φτιάξεις το ψυχολογικό μου προφίλ, με διαλέξεις ακαδημαϊκού επιπέδου, ως δάσκαλος της ενήλικης ζωής μου, δεν σε ερωτεύτηκα ποτέ έλεγες -πόσο αστείο. Ούτε μια δική σου σκέψη ή συναίσθημα, κάτι που να αφορά εσένα και μόνο. Εγώ, ενώπιων του δικαστηρίου σου, κατηγορούμενη για έλλειψη μνήμης, ανωριμότητα, ερωτευμένη με την ιδέα του έρωτα, αδιάφορη για τις ελλείψεις σου -στις οποίες δεν συμπεριλαμβανόμουν. Περίμενα να καταλάβεις ότι δεν είναι έτσι οι σχέσεις, δεν φεύγω και δεν φεύγεις στην πρώτη στραβή, περίμενα μέχρι που πονούσε περισσότερο η αναμονή από οτιδηποτε έλεγες τελικά. Στο διάστημα που ακολούθησε επικοινωνούσες σχεδόν αποκλειστικά εσύ, γιατί σου έλλειψα ή για να δεις απλά τι κάνω, κι εγώ, που προσπαθούσα να προχωρήσω σε άλλες αγκαλιές και επαφές, σου έλεγα πόσο αδιάφορα μου ακούγονταν όλα, πόσο απεχθανόμουν τις ψυχολογικές αναλύσεις σου, πόσο μου είχε λείψει αυτος που γνώρισα, που δεν ήσουν εσύ. 

Δεν έχει σημασία η συνέχεια. Δεν ήξερες τι ήθελες, είπες κάποτε. Κι αν ήξερες, δεν το μοιράστηκες ποτέ, δεν θα το μοιραζόσουν, γιατί δεν μπορούσες να το διαχειριστείς. Έγινα κι εγώ βλέπεις, αναλύτρια ψυχών. Όσες φορές κι αν επικοινώνησες, όσο εμφανές κι αν ήταν το ενδιαφέρον σου, προσπαθούσες να το ισορροπήσεις με ειρωνείες, μαύρο χιούμορ, δήθεν αδιάφορα σχόλια για το παρόν μου και τις νέες μου σχέσεις, για το mainstream πρόσωπό μου, τους άντρες που συναναστρεφόμουν, το αντικείμενο της δουλειάς μου. Δεν σε χρειαζόμουν πια. Δεν χρειαζόμουν έναν άνθρωπο που δεν είχε να προσθέσει χαρά σε αυτό το παρόν, σε αυτό το mainstream πρόσωπο. Κάθε σου μήνυμα, κι ένα βήμα πίσω, στις μέρες που είχα προσδοκίες, που περίμενα να με αγαπήσουν οι άλλοι αντί εγώ εμένα, που ίσως -ναι, μπορεί και να ήταν αλήθεια- ερωτευόμουν μέχρι και την ιδέα του έρωτα. 
Δεν σε χρειάζομαι πια. Μερικές μέρες, ξεχνάω και το πρόσωπό σου.

Αλλά να, ξέρεις, ήθελα καιρό να στο πω. 
Είσαι μαλάκας. 

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Ερωτικές Ιστορίες: Κόκκινο Χαλί


Δεν μιλάει πια ο κόσμος. Ή μάλλον, μιλάει πολύ πια ο κόσμος. Πολύ ανούσια, πολύ επιφανειακά, χωρίς ουσιαστικό λόγο, χωρίς ουσιαστικές σκέψεις. Φοβάται να μοιραστεί την αλήθεια του. Δεν έχει πολλή αλήθεια. Απλά περιφέρεται σε έναν κόσμο γεμάτο λέξεις συνηθισμένες, εύκολες, προσωρινές. Σε χώρους που κανείς δεν ρίχνει ματιές με νόημα πια, σε χώρους με υποτονικούς φωτισμούς, δυνατή μουσική, πανομοιότυπα πρόσωπα και αντιδράσεις. Τόσο ίδια, που αν φερθείς διαφορετικά, είσαι παράταιρος. Δεν αγαπάει πολύ ο κόσμος. Δεν αγαπάει ούτε τον εαυτό του. Τον κρατά κι αυτόν στην επιφάνεια, δέσμιο μιας εικόνας αποδεκτής, μιας δήθεν κουλ συμπεριφοράς που δεν θα παρεξηγηθεί, ίσα ίσα θα τον κρατήσει ασφαλή για λίγο ακόμη. Για πόσο ακόμη; Για πόσο ακόμη αντέχεις τα άδεια βλέμματα; Για πόσο ακόμη αντέχεις τα ίδια βλέμματα; Βλέμματα που σου επιβεβαιώνουν το εγώ σου για μερικές στιγμές, σε κάνουν να νιώθεις αρεστός, να μη φοβάσαι μήπως μείνεις μόνος. Γιατί αρέσεις. 

Την τελευταία φορά που μπήκα στο μαγαζί με το κόκκινο χαλί, δεν κοίταξα τριγύρω. Ήθελα να ζήσω τη δική μου στιγμή, τη δική μου βραδιά, τη δική μου συντροφιά, χωρίς να αναλώνω ματιές στον χώρο, που -αν και γεμάτος πρόσωπα- ήταν απλά ένας χώρος, μια βιτρίνα των ανθρώπων που ενώνουν τις μοναξιές τους για μερικές ώρες, με σύμμαχο κι από ένα κινητό τηλέφωνο. Έκλεισα το κινητό μου. Αφέθηκα στη στιγμή, στην κουβέντα, κι ας ήταν επιφανειακή και συνηθισμένη, γέλασα πολύ εκείνο το βράδυ, γέλασα με την ψυχή μου. Η Σ. περιέγραφε την τελευταία της συναισθηματική περιπέτεια, η Μ. ονειρευόταν τις θάλασσες και τις βουτιές που δεν έχουν έρθει ακόμη, ο Ν. έδινε συμβουλές απομάκρυνσης τους τοξικούς ανθρώπους, η Ε. καταριόταν τη μιζέρια που ήρθε μαζί με την κρίση, τόσο στις τσέπες μας, όσο και στα συναισθήματά μας. Κόσμος πηγαινοερχόταν στο κόκκινο χαλί, ο DJ έπαιζε το Another day of sun από το La La Land, κι εγώ σκόνταψα επάνω σου. 

Είχες διαπεραστική ματιά, βαθιά, έλειπε επιτέλους αυτό το κενό που για καιρό συναντούσα στα μάτια των ανθρώπων. Χαμογέλασες αυθόρμητα κι εγώ ντράπηκα. Ακούς; Ντράπηκα. Γιατί σχεδόν είχα ξεχάσει τι θα πει να χαμογελούν οι άγνωστοι. Hello stranger, σκέφτηκα. Και απάντησα στο χαμόγελο με ένα πλατύ, δικό μου, λίγο από αμηχανία, λίγο από σαστιμάρα. Βρεθήκαμε να μιλάμε για την επόμενη ώρα, για τη ζωή και τη ζωή μας, για τα καλοκαίρια και τους χειμώνες μας, για αυτή τη χαμένη αλήθεια που αναζητούν οι ήρωες μυθιστορημάτων και τη βρίσκουν στα πιο απίθανα μέρη. Δεν φλερτάραμε. Δεν κοιταζόμασταν με αυτό το λάγνο βλέμμα που σβήνει στο τέλος της νύχτας, είτε έχοντας ικανοποιηθεί, είτε απλά γιατί τόσο ήταν να διαρκέσει. Κοιταζόμασταν με δίψα. Δίψα για συγκίνηση αληθινή. Για φλερτ μεγαλύτερο από το "φλερτ" που ξέρουμε -δεν υπάρχει λέξη να το περιγράψει-, για μοίρασμα και αμοιβαιότητα. Δεν υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας. Υπάρχει αλήθεια, κι αν δυο αλήθειες συναντηθούν, μπορεί να ερωτευτούν. Οι παρέες μας έγιναν μία, και στον αέρα επικρατούσε μια αύρα θετική, μια ενέργεια γλυκιά, ένα κέφι που σαν να μεταδιδόταν από τον έναν στον άλλο, λες και ήμασταν μια παλιά συντροφιά που είχε καιρό να βρεθεί και να γελάσει. 

Πόσες τέτοιες ιστορίες έχουν ξεκινήσει με αυτό τον τρόπο, ε; Επάνω σε ένα κόκκινο χαλί, ένα καλοκαιρινό βράδυ, στην πόλη. Ανάμεσα σε δεκάδες φωνές και ανάγκες και ελλείψεις, ανάμεσα σε τόσες μοναξιές που παλεύουν να ενωθούν. Όλοι μια αγκαλιά ψάχνουμε, μου είπε πρόσφατα κάποιος, που όμως αναλώνεται σε προσωρινές αγκαλιές. Κι εγώ, που αν η έμφαση δινόταν στο ΜΙΑ θα συμφωνούσα απόλυτα μαζί του, αισθανόμουν τελικά ότι είχα πολλές αγκαλιές εκείνο το βράδυ, αγκαλιές από φίλους, αγκαλιά από τον ξένο, αγκαλιά από τη μουσική. Μια αγκαλιά η ζωή μου ολόκληρη. Κι ας μιλάει πολύ ο κόσμος. Κι ας μένει στην επιφάνεια ο κόσμος. Κι ας φοβάται να δει μέσα του και να βρει το μονοπάτι του. Αγαπάει ακόμη ο κόσμος. 

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Ερωτικές Ιστορίες: Μπιχλιμπίδι ουτοπίας

Θα του πω "όχι". Θα του πω ότι δεν συμμετέχω στον "κάστινγκ" του. Ότι δεν μου αρέσει η νύχτα, αλλά το φως. Και οι αληθινές συγκινήσεις. Η συγκίνηση του φλερτ, του ραντεβού. Επίσης θα του πω ότι στο διάστημα αυτό, τον έχω δει να φλερτάρει, να φιλάει κάποια, να τηλεφωνεί σε κάποια και να φεύγει με κάποια -και όλα αυτά, ούτε καν με την ίδια. Δεν συμμετέχω στο κάστινγκ σου, φίλε, δεν με αφορά η σκέψη να περάσω το βράδυ μου μαζί σου, τι πιο εύκολο να βρεις παρέα για ένα βράδυ, κι εσύ κι εγώ, εμένα τα σκοτάδια δεν μου πάνε, ούτε οι επιφανειακές επαφές. Να τα ξαναπώ;

Όχι, να μην τα ξαναπείς. Τα είπες ήδη δύο φορές. Προετοίμασες καλά τον λόγο σου απέναντι στο θηρίο που θα σου επιτεθεί. Αλήθεια, ποιο είναι αυτό το θηρίο; Και ποιο είναι το ερώτημα στο οποίο θα πεις όχι; Τόσες προγραμματικές δηλώσεις, γιατί; Δεν θα μπορέσεις, λες, να τον αντικρούσεις απλά και αυθόρμητα, αν και εφόσον σου κάνει μια πρόταση; Γιατί πρέπει να είσαι τόσο καλά προετοιμασμένη, να ξέρεις τον ρόλο σου απέξω; Φοβάσαι μήπως τα λεπτά εκείνα, η γλώσσα σου σε προδώσει; Μήπως η βαθύτερή σου επιθυμία είναι να σου κάνει την όποια πρόταση και να πεις ναι; Το μόνο που θα έκανε ιδανικότερη τη σκέψη σου, που έτσι κι αλλιώς είναι ουτοπική, γιατί τα θηρία παραμένουν στη ζούγκλα τους, κι εμείς στο δικό μας σύννεφο, είναι να μην ήταν μια στεγνή επιφανειακή πρόταση, να είχε λίγο από το μπιχλιμπίδι της ουτοπίας, λίγο από το δείγμα συγκίνησης που ζητάς. 

Δεν θα του πω τίποτα, δεν θα τον πλησιάσω καν. Θα είμαι τυπική, μια καλησπέρα, μια καληνύχτα.

Και δεν χρειάστηκε να τον πλησιάσεις, γιατί ούτε κι εκείνος σε πλησίασε, εκτός από την αρχή της βραδιάς για να σου πει καλησπέρα, και κάποια βλέμματα στη διάρκειά της, που μπορεί να  σήμαιναν κάτι, ή και τίποτα απολύτως. Και δεν χρειάστηκε να αρνηθείς καμία πρόταση, βιαστική μου κυρία, γιατί δεν σου έγινε καμία πρόταση, και κρίμα μόνο γιατί θα θέλαμε πολύ να σε δούμε να καταπίνεις τη γλώσσα σου και να ξεχνάς τον καλά προετοιμασμένο λόγο σου. Τι σημασία έχει όλη αυτή η προετοιμασία της δήθεν άρνησης, αφού ακόμη κι αν ξέρεις πως δεν είναι κατάλληλος για σένα, δεν παύεις να τον επιθυμείς; 

Ήρθε μόνος του λίγες μέρες μετά, τυχαία, κάθισε ακριβώς δίπλα μου, και αυτή τη φορά δεν είχα κάνει καμία προετοιμασία, δεν είχα καν δεύτερη σκέψη, δεν φανταζόμουν κανέναν διάλογο, καμία πρόταση, είχα πείσει τον εαυτό μου ότι αυτό το κεφάλαιο έχει εξαντληθεί, και είχα πει -σε μια ακόμη προγραμματική δήλωση- ότι είχα βάλει τελεία. Ήξερα μόνο ότι χαιρόμουν που ήταν εκεί, έστω τυχαία. Τον παρατηρούσα σαν να είχα ξεχάσει και πάλι πόσο ακατάλληλος ήταν, κι ας το ξαναδιαπίστωνα παρατηρώντας τον, κι ας είχε κατεβασμένα μούτρα, και καθόλου από το φως που ζητούσα, κι ας μην ήξερε πώς να πιάσει κουβέντα, κι ας μην ήθελε καν να πιάσει κουβέντα. 

Και του μίλησες εσύ, και γρήγορα δεν φαινόταν τόσο στριφνός, σαν να προσπαθούσε να πνίξει μικρά χαμόγελα κάτω από το μουστάκι του, και σου είπε ότι είσαι πολύ όμορφη και εσύ ξέχασες ακόμη και το "ευχαριστώ" που λέμε στα κοπλιμέντα από παιδιά, και στο ξαναείπε και δεύτερη και τρίτη φορά, και μόλις είπες ευχαριστώ, σου έκανε την πρόταση να σε πάει για φαγητό. Η πρόταση. Αυτή που προετοιμαζόσουν να αρνηθείς, γιατί τη φανταζόσουν πιο επιδερμική, αλλά ήθελες να είναι πιο ουτοπική, και τελικά ήταν. Αυτή η πρόταση, και το "όχι" δεν υπήρχε ούτε σαν τρία απλά μεμονωμένα γράμματα της αλφαβήτου στο κεφάλι σου. Oύτε ναι ευθύ είπες. Μόνο όταν σου είπε ότι θα είναι στο φως της ημέρας, χαμογέλασες. 

Και τώρα; 

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Ερωτικές ιστορίες: Δεν φταις εσύ

Πέμπτη
Δεν φταις εσύ. Από την αρχή δεν μου γέμιζες το μάτι, ίσως θα ήταν καλύτερα να μην το είχα στρέψει καν δεύτερη φορά επάνω σου. Ήταν από εκείνες τις νύχτες που προτιμάς να στρέψεις το βλέμμα σου κάπου, οπουδήποτε, παρά να το αφήσεις να αιωρείται στον χώρο ή στο κενό με τον κίνδυνο να αφαιρεθείς, να παρασυρθείς και να κυριευτείς από τις σκέψεις που σε πονάνε. Η επικοινωνία και το χιούμορ σου περιορίζονταν σε μιμητικά αστεία, σοβαροφανείς φράσεις και βλέμματα που χρειαζόμουν μαντικές ικανότητες για να αποκρυπτογραφήσω. Αλλά δεν φταις. Σου έδωσα χώρο, σχεδόν σε προκάλεσα να μπεις σε σύντομες γραπτές συνομιλίες μαζί μου, σε ένα ερωτικό παιχνίδι -ο Θεός να το κάνει- κι ας με άφηναν από αδιάφορη ως παγωμένη τα διστακτικά σου σχόλια και οι περιττές επεξηγήσεις σου, μην τυχόν και τι; παρεξηγηθούμε; "Είμαι σε αυτή τη φάση..." έλεγες, που στ' αλήθεια, καθόλου δεν με ενδιέφερε ούτε να ρωτήσω ποια είναι αυτή η φάση, πόσο μάλλον να προσπαθήσω να την καταλάβω. Δεν φταις εσύ που δεν στο είπα ποτέ, που σε άφησα να νομίζεις ότι κάτι ήθελα ή πως -ακόμη χειρότερα- ΣΕ ήθελα, δεν φταις εσύ που αποφάσισες να στραφείς προς το μέρος μου όταν πια το -στην ουσία κενό- βλέμμα μου είχε στραφεί αλλού.


Παρασκευή
Δεν φταις εσύ. Ήταν κι εκείνη εκεί, κι εκείνη, κι εκείνη, κι εκείνη. Πολλές "εκείνες" συγκεντρωμένες στον ίδιο χώρο, περισσότερες από όσες ίσως θα μπορούσες να νικήσεις ώστε να συγκεντρώσεις την προσοχή σου κάπου. Αφού κι αυτή σου χαμογελάει, και η άλλη σε φλερτάρει με τα μάτια της, κι εκείνη έχει πλάκα, και η άλλη έχει φως κι εκείνη είναι σέξι. Δεν υπάρχουν πολλών ειδών γνωριμίες τη νύχτα. Ακόμη και οι τυπικές δεν απέχουν πολύ από τις οικείες- μια λεπτή διαχωριστική γραμμή υπάρχει μόνο. Δεν φταις εσύ αν οποιαδήποτε "εκείνη" έλαβε άλλο μήνυμα από σένα και τη στάση σου. Σου αρέσει να φλερτάρεις, ίσως και να είναι το πιο προφανές χαρακτηριστικό σου, ενώ σαν προσωπικότητα γενικά φαίνεσαι αρκετά μυστηριώδης, αυτό όμως είναι σαν ζωγραφισμένο σε κάθε σου ματιά, δεν φταις εσύ αν η ματιά σου πέφτει σε εκείνη, και σε εκείνη και σε εκείνη. Καμιά φορά φαντάζεις γλυκός και αστείος, τις περισσότερες βαριεστημένος ή βλοσυρός, μα σχεδόν πάντα έτοιμος για το παιχνίδι του φλερτ. Δεν έταξες πουθενά, σε καμία, τίποτα, έμεινες να αιωρείσαι επάνω σε εκείνη τη γραμμή που δεν επιτρέπει σε καμία "εκείνη" να παρεξηγήσει τις προθέσεις σου, αλλά ούτε και να απομακρυνθεί εύκολα από σένα, σαν ζωντανό που δέχεται μερικά ψίχουλα, τόσα ώστε να μην χορταίνει αλλά ούτε να αναζητά αλλού τροφή. Μα στ΄αλήθεια, δεν φταις εσύ, παραήσουν ξεκάθαρος για να είσαι πιστευτός.


Σάββατο
Δεν φταις εσύ που μου ζήτησες το τηλέφωνό μου. Εγώ ήρθα κοντά, σου χαμογέλασα, αποδέχτηκα το δικό σου χαμόγελο με ένα μεγάλο γέλιο, γέλασα πιο έντονα από όσο αισθανόμουν, δεν ήταν δα και τόσο αστείο αυτό που μου είπες, ήθελα να γίνω περισσότερο από ορατή στον χώρο -ήθελα να γίνω σχεδόν απαραίτητη. Η δική σου ζωή και καθημερινότητα περιοριζόταν σε έναν μικρό, στενό κύκλο, η δουλειά σου και το κρεβάτι σου, πέντε φίλοι για τσίπουρα και τσιγάρα στο ρεπό, ελάχιστα χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο μέσα στην εβδομάδα, μερικά μηνύματα και βαριεστημένα τηλεφωνήματα που δεν έκανες εσύ αλλά συνήθως οι άλλοι. Κι εγώ, που προσπάθησα να γίνω απαραίτητη σε έναν τόσο μικρό χώρο, από τον οποίο ξεχείλιζε όλη μου η ενέργεια και το γέλιο και οι διαθέσεις, και τα μηνύματα, και τα τηλεφωνήματα και οι πράξεις ενδιαφέροντος, σχεδόν εγκλωβίστηκα. Δεν ήθελα να είμαι απαραίτητη. Ήθελα να ξεγελάσω τον χρόνο, το παρελθον μου, το παρόν μου, τις ανασφάλειές μου, να θυμίσω στον εαυτό μου πόσο γαμάτη μπορώ να είμαι. Ναι, μέσα από ένα απλό γέλιο. Δεν ήθελα κάτι παραπάνω. Εγκλωβίστηκα στον μικρό σου κόσμο και με εξυπηρέτησε πολύ που προφανώς κι εσύ διαπίστωσες πόσο διαφορετικός ήταν ο δικός μου, με εξυπηρέτησε ακόμη κι όταν μου είπες ότι από τον πολύ σου έρωτα δεν αντέχεις να μην με έχεις συνέχεια κοντά σου, οπότε μάλλον καλύτερα το καθόλου. Μιλάμε τυπικά τώρα. Και αλήθεια, δεν φταις εσύ.

Κυριακή
Θα μπορούσες να έχεις σχέση με τον εαυτό σου. Εσύ, που τα βλέπεις τόσο μονόπλευρα τα πράγματα, που τα κρίνεις βάσει των δικών σου συναισθημάτων και σκέψεων και εμπειριών και αναγκών, εσύ που νομίζεις ότι η ζωή ολόκληρη είναι άσπρο ή μαύρο και δεν αγάπησες ποτέ το γκρι. Θα μπορούσες να έχεις σχέση με τον εαυτό σου εσύ που δεν με καταλαβαίνεις και δεν εκτιμάς την ειλικρίνειά μου και τα όσα σου μοιράζομαι. Κι ας είμαστε συναισθηματικά συνδεδεμένοι, εγώ θα ήθελα να μπορώ να σε εμπιστευτώ σαν έναν αποστασιοποιημένο ακροατή -αλλά δεν είσαι. Δεν φταις εσύ. Κι εμείς, και όλοι οι ερωτευμένοι ή οι συναισθηματικοί, τα βλέπουμε μονόπλευρα τα πράγματα, κι εμείς τρομάζουμε στα δύσκολα ή τα καινούργια ή τα ζόρικα, κι εμείς νομίζουμε ότι δεν μας καταλαβαίνουν -και όντως, δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά ακόμη μας γνωρίζουν, δεν πειράζει-, κι εμείς θα μπορούσαμε να έχουμε σχέση με τον εαυτό μας για να είμαστε επαρκείς. Γιατί μόνο ο εαυτός μας μπορεί να καταλάβει τα σκοτάδια μας και τις πίκρες μας και μόνο εκείνος μπορεί να δώσει ορισμό στο δικό μας συχνό "δεν είμαι καλά". Γι' αυτό σου λέμε, δεν είσαι μόνο εσύ. 
Δεν φταις εσύ.